
Ο καρκίνος στομάχου παραμένει μία από τις πιο σοβαρές και απαιτητικές ογκολογικές προκλήσεις της σύγχρονης ιατρικής παγκοσμίως. Παρά τη σταδιακή μείωση της συνολικής επίπτωσής του σε ορισμένες δυτικές χώρες χάρη στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και συντήρησης των τροφίμων, εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις κύριες αιτίες θανάτου από νεοπλασματικές παθήσεις.
Πρόκειται για μια πολυπαραγοντική νόσο που εκδηλώνεται όταν τα φυσιολογικά κύτταρα του γαστρικού βλεννογόνου υφίστανται διαδοχικές γενετικές και επιγενετικές αλλοιώσεις, με αποτέλεσμα τον ανεξέλεγκτο πολλαπλασιασμό τους και τον σχηματισμό κακοήθους όγκου. Η βαθιά κατανόηση της παθοφυσιολογίας του, η έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και η εξειδικευμένη αντιμετώπιση αποτελούν τους βασικότερους πυλώνες για την ουσιαστική βελτίωση της πρόγνωσης των ασθενών.
Ο στόμαχος αποτελεί κεντρικό όργανο του ανώτερου πεπτικού συστήματος, υπεύθυνο για την υποδοχή, την ανάμειξη και τη χημική διάσπαση των τροφών μέσω της έκκρισης υδροχλωρικού οξέος και πεψίνης. Ανατομικά διαιρείται στην καρδία (το σημείο σύνδεσης με τον οισοφάγο), τον θόλο, το σώμα, το άντρο και τον πυλωρό (τη βαλβίδα που οδηγεί στο δωδεκάκτυλο). Το τοίχωμα του στομάχου συγκροτείται από πέντε διακριτά στρώματα: τον εσωτερικό βλεννογόνο, τον υποβλεννογόνο χιτώνα, τον μυϊκό χιτώνα, τον υποορογόνο και τον εξωτερικό ορογόνο χιτώνα.
Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, ο καρκίνος στομάχου ξεκινά από τα αδενικά επιθηλιακά κύτταρα του εσωτερικού βλεννογόνου και ταξινομείται ιστολογικά ως αδενοκαρκίνωμα. Σύμφωνα με τη διεθνώς αποδεκτή ταξινόμηση κατά Lauren, τα αδενοκαρκινώματα διακρίνονται σε δύο κύριες οντότητες με διαφορετική βιολογική συμπεριφορά:
Πέρα από τα αδενοκαρκινώματα, στο στομάχι αναπτύσσονται επίσης σπανιότερες κακοήθειες, όπως τα γαστρικά λεμφώματα, οι γαστρεντερικοί στρωματικοί όγκοι που προέρχονται από τα μεσεγχυματικά κύτταρα στο μυϊκό τοίχωμα, καθώς και οι νευροενδοκρινείς όγκοι.
Η γένεση της νόσου αποτελεί μια σταδιακή διαδικασία στην οποία συμμετέχουν χρόνιοι λοιμώδεις, διατροφικοί, περιβαλλοντικοί και κληρονομικοί παράγοντες.
Ο σημαντικότερος αναγνωρισμένος παράγοντας κινδύνου είναι η χρόνια λοίμωξη από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού. Το βακτήριο αυτό αποικίζει τον γαστρικό βλεννογόνο και προκαλεί συνεχή τοπική φλεγμονώδη αντίδραση. Σε ένα ποσοστό ασθενών, η παρατεταμένη ενεργός λοίμωξη οδηγεί διαδοχικά σε χρόνια ατροφική γαστρίτιδα, απώλεια των φυσιολογικών αδένων, εντερική μεταπλασία, δυσπλασία και τελικά σε διηθητικό νεόπλασμα. Στελέχη του βακτηρίου που φέρουν συγκεκριμένες πρωτεΐνες λοιμογονικότητας, συνδέονται με σημαντικά υψηλότερο ογκολογικό κίνδυνο.
Οι διατροφικές συνήθειες ασκούν καθοριστική επίδραση στην υγεία του γαστρικού επιθηλίου:
Το ενεργητικό κάπνισμα αποτελεί έναν ακόμη επιβεβαιωμένο παράγοντα, αυξάνοντας τις πιθανότητες κακοήθειας ιδιαίτερα στην περιοχή της γαστροοισοφαγικής συμβολής. Επιπλέον, η μακροχρόνια υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ συντηρεί τη χρόνια βλεννογονική φλεγμονή.
Στον τομέα της κληρονομικότητας, περίπου το 10% των περιστατικών εμφανίζει οικογενειακή προδιάθεση. Ειδικότερα, ο κληρονομικός διάχυτος καρκίνος στομάχου σχετίζεται με μεταλλάξεις στη γραμμή βλάστησης του γονιδίου CDH1. Οι φορείς αυτής της μετάλλαξης έχουν εξαιρετικά υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διάχυτου καρκινώματος σε νεαρή ηλικία. Αυξημένο κίνδυνο διατρέχουν επίσης άτομα με σύνδρομο Lynch (κληρονομικός μη πολυποδιασικός καρκίνος παχέος εντέρου), σύνδρομο Li-Fraumeni, σύνδρομο Peutz-Jeghers και οικογενή αδενωματώδη πολυποδίαση.
Προϋπάρχουσες παθολογικές καταστάσεις, όπως η αυτοάνοση ατροφική γαστρίτιδα με κακοήθη αναιμία, οι αδενωματώδεις πολύποδες του στομάχου, καθώς και το ιστορικό παλαιότερης μερικής γαστρεκτομής για καλοήθη έλκη (όπου αναπτύσσεται καρκίνος στομάχου στο εναπομείναν κολόβωμα μετά από δεκαετίες), απαιτούν στενή ιατρική επιτήρηση.
Στα αρχικά στάδια εξέλιξης, ο καρκίνος στομάχου διατρέχει σχεδόν αθόρυβα. Τα συμπτώματα που εμφανίζονται είναι συνήθως ήπια, ασαφή και όμοια με κοινές καλοήθεις λειτουργικές διαταραχές, όπως η δυσπεψία, η γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση ή ένα απλό πεπτικό έλκος. Αυτή η μη ειδική συμπτωματολογία αποτελεί τον κύριο λόγο για τον οποίο η διάγνωση καθυστερεί συχνά.
Καθώς ο όγκος μεγαλώνει και διηθεί βαθύτερα τα μυϊκά στρώματα ή αποφράσσει τη δίοδο των τροφών, εκδηλώνονται πιο έντονα συμπτώματα:
Σε προχωρημένη ή μεταστατική νόσο, η κλινική εξέταση μπορεί να αποκαλύψει ψηλαφητή μάζα στο άνω μέρος της κοιλιάς, ηπατομεγαλία, ασκίτη, διόγκωση του αριστερού υπερκλείδιου λεμφαδένα ή ψηλαφητό οζίδιο στην περιοχή του ομφαλού.
Η έγκαιρη και ορθή διάγνωση απαιτεί οργανωμένο διαγνωστικό πρωτόκολλο, με σκοπό όχι μόνο την ταυτοποίηση της κακοήθειας αλλά και τον ακριβή καθορισμό της ανατομικής της έκτασης.
Η ενδοσκόπηση του ανώτερου πεπτικού αποτελεί τη βασική εξέταση αναφοράς. Επιτρέπει στον ενδοσκόπο να εξετάσει εξονυχιστικά κάθε τμήμα του γαστρικού βλεννογόνου υπό άμεση οπτική επαφή με ψηφιακή απεικόνιση υψηλής ευκρίνειας. Σε κάθε ύποπτη περιοχή λαμβάνονται πολλαπλές βιοψίες. Η λήψη τουλάχιστον έξι έως οκτώ δειγμάτων είναι απαραίτητη ώστε ο παθολογοανατόμος να επιβεβαιώσει με ακρίβεια εάν πρόκειται για καρκίνο στομάχου και να προσδιορίσει τα ειδικά χαρακτηριστικά της νεοπλασίας.
Μόλις τεθεί η ιστολογική διάγνωση, ακολουθεί η σταδιοποίηση της νόσου μέσω εξειδικευμένων εξετάσεων:
Η σταδιοποίηση ακολουθεί το σύστημα TNM και καθορίζει εάν ο καρκίνος στομάχου είναι πρώιμος (Στάδιο I), τοπικά προχωρημένος (Στάδια II και III) ή μεταστατικός (Στάδιο IV).
Σε πολύ πρώιμες αλλοιώσεις είναι δυνατή η εφαρμογή ενδοσκοπικών τεχνικών, όπως η ενδοσκοπική υποβλεννογόνια εκτομή, διατηρώντας ακέραιο το υπόλοιπο όργανο. Ωστόσο, στην πλειονότητα των εξαιρέσιμων περιπτώσεων, απαιτείται μείζονα ογκολογική χειρουργική επέμβαση:
Στη σύγχρονη κλινική πράξη, οι επεμβάσεις αυτές διενεργούνται όλο και συχνότερα με ελάχιστα επεμβατικές προσεγγίσεις, όπως η λαπαροσκοπική και η ρομποτική χειρουργική. Οι τεχνικές αυτές προσφέρουν εξαιρετική οπτική μεγέθυνση, μεγάλη ακρίβεια στις κινήσεις, ελαχιστοποίηση του μετεγχειρητικού πόνου, περιορισμό της απώλειας αίματος και σημαντικά ταχύτερη ανάρρωση του ασθενούς.
Η χειρουργική παρέμβαση συνδυάζεται στενά με τη συστηματική ογκολογική θεραπεία. Για τοπικά προχωρημένους όγκους (σταδίου II και άνω), εφαρμόζεται περιεγχειρητική χημειοθεραπεία, με χορήγηση κύκλων πριν από την επέμβαση για τη συρρίκνωση της νόσου και συμπλήρωση των κύκλων μετά το χειρουργείο.
Παράλληλα, οι μοριακές στοχευμένες θεραπείες και η ανοσοθεραπεία έχουν αλλάξει ριζικά το θεραπευτικό τοπίο. Ο έλεγχος των καρκινικών κυττάρων για υπερέκφραση του υποδοχέα HER2 επιτρέπει τη στόχευση με μονοκλωνικά αντισώματα. Επιπλέον, ο προσδιορισμός της μικροδορυφορικής αστάθειας και της έκφρασης του μορίου PD-L1 καθιστά δυνατή τη χρήση αναστολέων σημείων ελέγχου του ανοσοποιητικού συστήματος (ανοσοθεραπεία), προσφέροντας ουσιαστικά αποτελέσματα ακόμη και σε προχωρημένα στάδια.
Η πρωτογενής πρόληψη εστιάζει στη ριζική εξάλειψη των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου. Ο διαγνωστικός έλεγχος και η έγκαιρη φαρμακευτική εκρίζωση του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού αποτρέπουν την εξέλιξη της χρόνιας φλεγμονής σε κακοήθεια. Ταυτόχρονα, η υιοθέτηση ενός ισορροπημένου προτύπου διατροφής με περιορισμό του αλατιού και των καπνιστών επεξεργασμένων τροφών, σε συνδυασμό με την οριστική διακοπή του καπνίσματος, θωρακίζει το γαστρικό περιβάλλον. Σε άτομα με επιβεβαιωμένη γενετική προδιάθεση, συζητείται ακόμη και η διενέργεια προφυλακτικής ολικής γαστρεκτομής.
Για τους ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε γαστρεκτομή, η μετεγχειρητική πορεία απαιτεί ουσιαστική διατροφική υποστήριξη και εκπαίδευση. Η απουσία τμήματος ή ολόκληρου του στομάχου επιβάλλει νέες διατροφικές συνήθειες:
Επειδή η ολική ή μερική απώλεια του γαστρικού βλεννογόνου καταργεί την παραγωγή του ενδογενούς παράγοντα που είναι απαραίτητος για την απορρόφηση της βιταμίνης Β12, είναι επιβεβλημένη η εφ’ όρου ζωής παρεντερική χορήγησή της. Παράλληλα, απαιτείται τακτική παρακολούθηση και συμπληρωματική λήψη σιδήρου, ασβεστίου και βιταμίνης D για την πρόληψη της αναιμίας και της οστεοπόρωσης.
Η συστηματική ογκολογική παρακολούθηση με κλινική εξέταση, αιματολογικούς δείκτες και τακτικές απεικονιστικές εξετάσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα διασφαλίζει τον άμεσο εντοπισμό τυχόν υποτροπής και επιτρέπει στον ασθενή να διατηρήσει ένα εξαιρετικό επίπεδο λειτουργικότητας και ποιότητας ζωής.
Η επιτυχής διαχείριση μιας τόσο περίπλοκης νόσου όπως ο καρκίνος στομάχου απαιτεί βαθιά γνώση της χειρουργικής ογκολογίας και υψηλή τεχνική εξειδίκευση. Ο Δρ. Άρης Πλαστήρας, Χειρουργός Πεπτικού, διαθέτει πολυετή κλινική εμπειρία και εξειδίκευση στη διάγνωση και στη σύγχρονη ελάχιστα επεμβατική χειρουργική αντιμετώπιση των παθήσεων του ανώτερου πεπτικού συστήματος.
Εφαρμόζοντας τις πλέον προηγμένες λαπαροσκοπικές και ρομποτικές τεχνικές και ακολουθώντας πιστά τα διεθνή ογκολογικά πρότυπα, σχεδιάζει εξατομικευμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις με γνώμονα τη μέγιστη ασφάλεια, την ογκολογική ριζικότητα και τη διασφάλιση της βέλτιστης ποιότητας ζωής για κάθε ασθενή.
